περινοῶ

περινοέω
contrive cunningly
pres subj act 1st sg (attic epic doric)
περινοέω
contrive cunningly
pres ind act 1st sg (attic epic doric)
περινοέω
contrive cunningly
pres subj act 1st sg (attic epic doric)
περινοέω
contrive cunningly
pres ind act 1st sg (attic epic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • περινοώ — έω, ΜΑ [νοώ] 1. σκέπτομαι προσεκτικά, στοχάζομαι (α. «περινοῶν πάντα τὸν κίνδυνον», Πλούτ. β. «περινοοῡντί μοι τὰ σπουδαῑα», Τατιαν.) 2. συλλαμβάνω με τον νου, σχηματίζω μια άποψη («ἐν ἰδιωτικῇ λέξει μεγάλα περινοοῡντος», Ωριγ.) 3. εξαπατώ… …   Dictionary of Greek

  • περινενοημένως — Α επίρρ. με περίνοια, με περίσκεψη. [ΕΤΥΜΟΛ. < μτχ. παθ. παρακμ. περινενοημένος τού περινοῶ] …   Dictionary of Greek

  • περινοητικός — ή, όν, Α [περινοώ] 1. προσεκτικός 2. διεξοδικός 3. πανούργος …   Dictionary of Greek

  • περινόησις — ήσεως, ἡ, Α [περινοώ] 1. περίνοια, σύνεση 2. επίμονη σκέψη …   Dictionary of Greek

  • συμπερινοώ — έω, Α [περινοῶ] εξετάζω προσεκτικά συγχρόνως, μελετώ κάτι μαζί με κάτι άλλο …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.